Για την Περιφέρεια της Κοινωνίας των Πολιτών, Για την περιφερειακότητα και τον περιφερισμό, Για τις πολιτικές της αειφορίας και της «Οικολογικής Μετάβασης» σε μία κοινωνία της βιώσιμης ευημερίας, Της συμμετοχικής δημοκρατίας και της δημοκρατίας του διαδικτύου, Της κυκλικής οικονομίας και της βιώσιμης ενεργειακής πολιτικής, Της προστασίας και της ανάδειξης του φυσικού κεφαλαίου, Της αγρο-οικολογίας, Της διαχείρισης των υδατικών πόρων, Της οικο-κίνησης, Της συνειδητοποίησης της αξίας του εδάφους και της αναγέννησης των οικιστικών συνόλων, Της οικολογικής ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών, Των περιβαλλοντικών ελέγχων, Των οικολογικών δικτύων, Της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, Της ουσιαστικής προστασίας των δικαιωμάτων των ζώων, Της πραγματικής οικονομίας, κυκλικής, κοινωνικής και συνδεδεμένης με τις χωρικές και τοπικές ρίζες του παραγωγικού συστήματος, της μεταστροφής του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης και της μικρής παραγωγικής αλυσίδας, οριοθετούμενης στο πεδίο των κοινωνικών και περιβαλλοντικών απαιτήσεων και αναγκών, Της διάχυσης των πολιτικών της «Οικολογικής Μετάβασης» σε όλους τους τομείς και όλα τα επίπεδα της πολιτικής της διακυβέρνησης, Για τον άνθρωπο και το περιβάλλον

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Από την Περιφέρεια της βιώσιμης ανάπτυξης στην οπτική του βιο-περιφερισμού


του Γιώργου Δημητρίου
Αρχιτέκτονας
Επικεφαλής "Οικολογικής Συμμαχίας"
Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’70 παρουσιάζεται στο διεθνές προσκήνιο η πρώτη κριτική προσέγγιση στα «όρια της ανάπτυξης» που θα λάβει θεσμική μορφή στη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Ανθρώπινο Περιβάλλον το 1972. Τίθεται σε αμφισβήτηση η λογική της απεριόριστης ανάπτυξης - παραγωγής και κατανάλωσης - δεδομένης της διαρκώς διευρυνόμενης μείωσης των φυσικών πόρων. Η οπτική της «ανάπτυξης» αποκτά άλλες διαστάσεις - πέραν των ποσοτικών - σχετικών με την προβληματική της ισορροπίας μεταξύ οικοσυστήματος και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, ανθρώπινων δραστηριοτήτων, φυσικού περιβάλλοντος και πολιτισμικών πόρων ή, συνολικά, ποιότητας ζωής.

Ο πυκνός διάλογος που ακολουθεί θα οδηγήσει προοδευτικά στις έννοιες της βιωσιμότητας - ή αειφορίας - και της βιώσιμης ανάπτυξης, οι οποίες θα ωριμάσουν πρώτα σε επίπεδο επιστημονικού περιβάλλοντος και στην συνέχεια στο πλαίσιο των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Αμφότερες αποκτούν θεσμικό χαρακτήρα το 1987, μέσω των συμπερασμάτων των εργασιών της Παγκόσμιας Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και της περίφημης έκθεσης «Το κοινό μας μέλλον», γνωστής και ως «Έκθεσης Μπρούντλαντ» : «Η βιώσιμη ανάπτυξη οφείλει να ικανοποιεί τις σημερινές ανάγκες δίχως να υποθηκεύει την δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να ικανοποιήσουν τις δικές τους».


Σύμφωνα με την «Έκθεση Μπρούντλαντ», η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί:
α. Ένα πολιτικό σύστημα που να εγγυάται την συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
β. Ένα οικονομικό σύστημα σε θέση να παράγει πλεονάσματα και τεχνολογική γνώση, με όρους αυτονομίας και βιωσιμότητας.
γ. Ένα κοινωνικό σύστημα σε θέση να προσδιορίσει τις μεθόδους αντιμετώπισης των εντάσεων που απορρέουν από μία ανισότιμη και δυσαρμονική ανάπτυξη.
δ. Ένα παραγωγικό σύστημα που να δραστηριοποιείται στο πλαίσιο των δεσμεύσεων αναφορικά με την τήρηση των οικολογικών διαστάσεων της ανάπτυξης.
ε. Ένα ευέλικτο τεχνολογικό σύστημα σε θέση να αναπτύσσει διαρκώς νέες λύσεις.
στ. Ένα διεθνές σύστημα που να υιοθετεί βιώσιμα εμπορικά, οικονομικά και χρηματοπιστωτικά μοντέλα.
ζ. Ένα ευέλικτο διοικητικό σύστημα σε θέση να αυτορυθμίζεται.
Η έννοια της βιωσιμότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί πλέον σταθερό σημείο αναφοράς και συνδράμει στον καθορισμό θεμελιωδών απόψεων των περιβαλλοντικών πολιτικών - ως προϊόντων διάδρασης Οικονομίας, Κοινωνίας και Περιβάλλοντος (οικοσυστήματα) - μέσω των σημαντικών Διακηρύξεων της Συνδιάσκεψης για το Περιβάλλον των Ηνωμένων Εθνών το 1992 :
- Της Διακήρυξης Αρχών για την Προστασία του Δάσους.
- Της Σύμβασης για την Κλιματική Αλλαγή.
- Της Σύμβασης για την Βιοποικιλότητα και κυρίως,
- Της Ατζέντας 21.

Η Ατζέντα 21 συντάχθηκε ως «εγχειρίδιο» ολοκληρωμένου σχεδιασμού και ουσιαστικού, ρεαλιστικού, «προγράμματος δράσης» για την πραγμάτωση της βιωσιμότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης, 40 κεφαλαίων διαρθρωμένων σε 4 θεματικούς άξονες:
α. Οικονομική και κοινωνική διάσταση. Φτώχεια, υγεία, περιβάλλον, δημογραφικό, παραγωγή.
β. Προστασία και διαχείριση των πόρων. Ατμόσφαιρα, δάση, έρημοι, βουνά, νερό, χημικά προϊόντα, απορρίμματα.
γ. Ενίσχυση του ρόλου σημαντικών κοινωνικών ομάδων. Γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι, αγρότες, συνδικάτα, παραγωγικοί τομείς, επιστημονική κοινότητα, μη κυβερνητικές οργανώσεις.
δ. Μέσα εφαρμογής του προγράμματος. Επιστημονικά εργαλεία, κατάρτιση, πληροφόρηση, διεθνής συνεργασία, οικονομικά εργαλεία, δικονομικά εργαλεία.

Οι όλες διαδικασίες της Ατζέντα 21 θεμελιώθηκαν στις εξής 6 αρχές:
α. Συνυπευθυνότητα. Πολίτες, διοίκηση και ενδιαφερόμενοι οφείλουν να ευαισθητοποιηθούν ως προς τον στρατηγικό τους ρόλο στην υλοποίηση μιας ανάπτυξης πραγματικά βιώσιμης. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεργική δράση μεταξύ πολιτικής, παραγωγικού κόσμου και ατομικής συμπεριφοράς.
β. Συνεχής βελτίωση. Παρακολούθηση των διαφόρων φάσεων της διαδικασίας έτσι ώστε να αναπροσαρμόζονται συνεχώς στον στόχο των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων.
γ. Κυβερνητικότητα. Μετάβαση από την οπτική της επιβολής σε εκείνη της συμμετοχής, ευέλικτης και ανοικτής στις κοινωνικές συνιστώσες.
δ. Διαπερατότητα. Διάχυση της έννοιας της βιωσιμότητας σε όλες τις τομεακές πολιτικές.
ε. Κοινό όραμα. Δημιουργία σεναρίου βιώσιμης ανάπτυξης μιας κοινότητας από κοινού με τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό μελών της.
στ. Σύμπραξη. Δημιουργία συνεταιρικών σχέσεων βασισμένων σε ένα νέο τρόπο ερμηνείας της σχέσης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο την υλοποίηση συγκεκριμένων δράσεων για την βιώσιμη ανάπτυξη.

Το πλέον σημαντικό τμήμα της Ατζέντα 21 αποτελεί «πρόγραμμα δράσης» στο επίπεδο της τοπικότητας, ως το κατεξοχήν πεδίο δυνατής ταύτισης οικοσυστημάτων και κοινοτήτων και μοναδικό πλαίσιο δράσεων προς όφελος της βιώσιμης ανάπτυξης μέσω της ενεργοποίηση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων «από τα κάτω», της συν-εταιρικότητας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και της ουσιαστικής συμμετοχής του πολίτη και των κοινωνικών και οικονομικών υποκειμένων στις κοινές επιλογές. Όχι τυχαία, ο ρόλος της τοπικότητας και της τοπικής αυτοδιοίκησης στην κατεύθυνση της βιωσιμότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης αναγνωρίζεται διεθνώς, ως πλησιέστερος στα προβλήματα, στον πληθυσμό και στις δυνατές λύσεις : «Η τοπικότητα αποτελεί την μικρότερη μονάδα σε θέση να αντιμετωπίσει αρχικά τις πολλαπλές ανισορροπίες – κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές που μαστίζουν σήμερα τον κόσμο… Είναι η μικρότερη κλίμακα στην οποία μπορούν να επιλυθούν τα προβλήματα κατά τρόπο ολοκληρωμένο, βιώσιμο και ολιστικό».

Η υιοθέτηση και εφαρμογή της Ατζέντα 21 εκκινεί άμεσα, με πρωτοβουλία μίας πλειάδας τοπικών αυτοδιοικήσεων - περισσότερες από 5.000 ανά τον κόσμο εν των οποίων 2.300 περίπου στην Ευρώπη μόλις το 2001 - σε όλους τους τομείς που συνδράμουν στην μεταστροφή της ανάπτυξης σε βιώσιμη:
α. Διακυβέρνηση. Ενίσχυση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων μέσω της βελτιστοποίησης της συμμετοχικής δημοκρατίας.
β. Τοπική διαχείριση. Ενεργοποίηση κύκλων ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής διαχείρισης των δράσεων στο πεδίο της βιωσιμότητας.
γ. Φυσικοί πόροι και κοινά αγαθά. Υπεύθυνη προστασία, διατήρηση και διάθεση σε όλους όλων των φυσικών πόρων και κοινών αγαθών.
δ. Υπεύθυνη κατανάλωση και υπεύθυνοι τρόποι ζωής. Προαγωγή υπεύθυνης και αποτελεσματικής χρήσης των πόρων, ενθάρρυνση βιώσιμων τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης.
ε. Χωροταξία και αστικός σχεδιασμός, βάσει των κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών, υγειονομικών και πολιτισμικών δεδομένων του τοπικού χώρου, προς όφελος όλων.
στ. Βέλτιστη κινητικότητα. Υποστήριξη επιλογών βιώσιμης κινητικότητας βάσει της τεκμηριωμένης αλληλεξάρτησης μεταφορών, υγείας και περιβάλλοντος.
ζ. Τοπική δράση για την διασφάλιση της υγείας. Προστασία και προαγωγή της υγείας της κοινότητας.
η. Βιώσιμη τοπική οικονομία. Προαγωγή μιας ζωντανής τοπικής οικονομίας που θα δημιουργεί απασχόληση δίχως να ζημιώνει το περιβάλλον.
θ. Κοινωνική δικαιοσύνη. Προαγωγή αλληλέγγυων κοινοτήτων, ανοικτών σε όλους.
ι. Από το τοπικό στο παγκόσμιο. Ανάληψη ευθύνης από την τοπικότητα για την προαγωγή της ειρήνης, της ισότητας, της βιώσιμης ανάπτυξης και της προστασίας του κλίματος για όλο τον πλανήτη.


Η Περιφέρεια αποκτά τον πρωταγωνιστικό και συντονιστικό ρόλο της όλης προσπάθειας, με πάμπολλες πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα, από εκείνο της κατάρτισης έως τα επίπεδα της στήριξης, της εφαρμογής της και της παρακολούθησης των αποτελεσμάτων της – οικονομική στήριξη και μεταφορά έρευνας και γνώσης, πιστοποίηση δράσεων και αποτελεσμάτων κ.λ.π.: «Οι Περιφέρειες είναι οι βασικοί συντελεστές στο πεδίο της βιώσιμης ανάπτυξης και οι δράσεις τους σε αυτή την κατεύθυνση έχουν σημαντικές επιπτώσεις τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι Περιφέρειες οφείλουν να αναλάβουν ρόλο στην διαδικασία σύνταξης και εφαρμογής των εθνικών και παγκόσμιων στρατηγικών αναφορικά με την βιώσιμη ανάπτυξη στο πλαίσιο της υιοθέτησης, εφαρμογής και αξιολόγησης της Ατζέντα 21 από κάθε κράτος.» καταλήγει η Διακήρυξη της Διάσκεψης του Γκέτεμποργκ το 1997. Η συγκρότηση Περιφερειακών Ιδρυμάτων για το Περιβάλλον, ως συντονιστικού οργάνου της προσπάθειας, αποτελεί κανόνα. Οι διαδοχικές Παγκόσμιες και Πανευρωπαϊκές Διασκέψεις εκπροσώπων των Περιφερειακών Διακυβερνήσεων εξειδικεύουν μεθόδους, εργαλεία και πολιτικές στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης και των μετεξελίξεων της, στο πλαίσιο του αναγνωρισμένου ρόλου των ΠεριφερειώνΔιακήρυξη του Γκότενγκ, 2002.

Παράλληλα, στον παράλληλο γαλαξία του κόσμου της οικολογικής σκέψης, της οικολογικής οπτικής και του πράσινου και οικολογικού κινήματος, η έννοια των «ορίων της ανάπτυξης» εμβαθύνεται και ριζοσπαστικοποιείται. Η «βιωσιμότητα» χάνει την «ανάπτυξη» και τον διαχειριστικό χαρακτήρα της Ατζέντα 21, πολιτικοποιείται, ενσωματώνεται στο οικολογικό ζήτημα, κερδίζει την ευημερία και καλεί στην αναπόφευκτη πλέον αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος. «Η «ανάπτυξη» ήταν και είναι έννοια στον αντίποδα εκείνης της βιωσιμότητας καθόσον επέβαλλε την κυνική εκμετάλλευση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων στο όνομα του μέγιστου δυνατού οικονομικού οφέλους και της αργής αγωνίας του πλανήτη», γράφει ο Σερζ Λατούς στο «Ψεύδος της βιώσιμης ανάπτυξης». «Η «ανάπτυξη» είναι υπεύθυνη για την καταστροφή των παραδοσιακών πολιτισμών, για την καταστροφή του περιβάλλοντος, για την άπληστη κατασπατάληση των φυσικών πόρων, για την αβυσσαλέες κοινωνικές και εισοδηματικές ανισότητες, τόσο μεταξύ των ατόμων όσο και μεταξύ του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Η οικονομική ανάπτυξη είναι η πρώτη αιτία του καταναλωτισμού, του διανοητικού κενού και της διάχυτης απογοήτευσης των πληθυσμών, μία απογοήτευση που γίνεται ολοένα και περισσότερο παθολογική και παραλύει την «πλούσια» κοινωνία. Η κοινωνία της κατανάλωσης θεμελιώνεται στην έλλειψη ορίων, στην άπειρη ανάπτυξη που συγκρούεται με το πεπερασμένο του δικού μας περιβάλλοντος, των πόρων μας, με το πεπερασμένο του πλανήτη. Για να αποφευχθεί η καταστροφή είναι αναγκαία ο αυτό-περιορισμός των κυρίαρχων τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης. Είναι επείγουσα η ανάγκη ανάκτησης της αίσθησης του ορίου και της αναζήτησης του μέτρου που διέκρινε τις προ-νεωτερικές κοινωνίες».

Η βιωσιμότητα τίθεται στον αντίποδα της συμβατικής οικονομικής λογικής της παγκοσμιοποίησης για να εκφράσει την οργανική σχέση μεταξύ κοινωνικής και βιολογικής επιβίωσης και το νέο πολιτισμικό παράδειγμα της Οικολογικής Μεταστροφής - ή Οικολογικής Μετάβασης – της κοινωνίας, μέσω της τοπικοποίησης των δραστηριοτήτων σε ένα δίκτυο κοινοτήτων οργανωμένων σε αυτόνομες «βιο-περιφέρειες», διοικητικά, πολιτικά και οικονομικά.

Έτσι, παράλληλα με την εξέλιξη των στόχων και των δράσεων της Ατζέντα 21, οι έντονες ζυμώσεις στο πεδίο του προβληματισμού όλων των αποχρώσεων της οικολογικής οπτικής οδηγούν σταθερά στην προαγωγή ενός άλλου, υποχρεωτικά «ολοκληρωμένου», μοντέλου τοπικής αυτοδιοίκησης - Περιφέρειας, Δήμων και Κοινοτήτων - βασισμένου ως επί το πλείστον σε καθαρά ποιοτικά κριτήρια, πρώτα «ήθους» και αρχών διαχείρισης και έπειτα μέσων και εργαλείων. Ενός μοντέλου περιβαλλοντικά ισορροπημένου χάριν της ανάδειξης της χωρικής οντότητας σε περιουσιακό αγαθό και της αναγνώρισης της διαχειριστικής ικανότητας της τοπικής κοινωνίας, της υιοθέτησης της περιεκτικής, συμμετοχικής, διακυβέρνησης και της αρχής της «αυτό-βιωσιμότητας», ή της σχέσης αυτάρκους συνέργειας μεταξύ χώρου και τοπικής κοινωνίας, οικοσυστήματος και ανθρώπινης δραστηριότητας, ικανής να καθορίσει μια διαρκή σχέση ισορροπιών μεταξύ τους.

Το νέο μοντέλο της τοπικής αυτοδιοίκησης αναπτύσσεται βαθιά στην σφαίρα της οικολογίας και της κουλτούρας «βιο-», στην σφαίρα των συστημάτων «closed loop», της πολιτικής και διαχειριστικής αυτονομίας, μίας «οικονομίας των ορίων» ή οικονομία «κλίμακας» και της αρχής της αμοιβαιότητας. Θεμελιώδης του αρχή το «μέτρο» και βασικά του εργαλεία οι περίφημες 8 αρχές της οικολογικής «αυτό-βιωσιμότητας» :
α. Το «μέτρο» αποτελεί στάση ζωής, ατομική και συλλογική, μείωση της ζήτησης και πνεύμα «δίκαιης οικονομίας». Αποτελεί την ικανότητα διάκρισης του καλύτερου από το περισσότερο και της ποσότητας από την ποιότητα, που επιτρέπει την ορθολογική διάκριση μεταξύ των αναγκών και την διάρθρωση μεθόδων οργάνωσης της συλλογικότητας έτσι ώστε να εξασφαλίζονται τα δικαιώματα ικανοποίησης των αναγκών όλων με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση πόρων και την ελαχιστοποίηση της σπατάλης.
β. Οι 8 αρχές της οικολογικής «αυτό-βιωσιμότητας» οριοθετούν το πεδίο μεταλλαγής των εσωτερικών και εξωτερικών οικονομιών των συμβατικών μοντέλων τοπικής αυτοδιοίκησης σε πολιτική καινοτομία και οικονομική αυτονομία, σε βασικούς χαρακτήρες ενός «ολοκληρωμένου» μοντέλου «βιο-».
- «Επανεκτίμηση» συστημικών αξιών και αξιών που έχουν περάσει στην λήθη - τοπικότητα έναντι της παγκοσμιοποίησης, αυτονομία έναντι της ετερονομίας, αξία της σχέσης έναντι της υλικότητας κ.λ.π.
- «Επανορισμός» εννοιών από την οπτική «αυτό-βιωσιμότητας», έτσι ώστε να ανακτήσουν την πραγματική τους αξία.
- «Αναδιοργάνωση», ή επαναπροσδιορισμός οικονομίας, δομών και διαδικασιών, σε σχέση με τις υιοθετούμενες αξίες.
- «Αναδιανομή» πόρων, σχέσεων και δικαιωμάτων.
- «Τοπικοποίηση», ή εστίαση δράσεων και δραστηριοτήτων στα πλαίσια της τοπικότητας, ή/και σε τοπική κλίμακα – οικονομία, πολιτική, πολιτισμικές διαστάσεις κ.λ.π.
- «Μείωση» κατανάλωσης πόρων και δραστηριοτήτων στα πλαίσια μιας στοχευμένης ισορροπίας μεταξύ του κοινωνικού, του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος.
- «Επανάχρηση» αντί της συνεχούς συσσώρευσης
- «Ανακύκλωση» πόρων και υπολοίπων διεργασιών
γ. Το «οικολογικό αποτύπωμα» συνιστά το μέγεθος των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, ή την πίεση ανάληψης και απορρόφησης αποβλήτων που ασκούν στους φυσικούς πόρους. Το στοίχημα του μοντέλου «βιο-» είναι ο προοδευτικός μηδενισμός του «οικολογικού αποτυπώματος»  παράλληλα με την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού βαθμού ποιότητας ζωής.
δ. Το «συμμετοχικό αποτύπωμα» περιγράφει τον βαθμό συμμετοχής στις διαδικασίες συγκρότησης προτάσεων και λήψης αποφάσεων, ή της αμφίδρομης διάδρασης μεταξύ των κέντρων διοίκησης και των μελών της κοινότητας.
Στόχος του νέου μοντέλου ο προοδευτικός μηδενισμός του «οικολογικού αποτυπώματος» μέσω της βελτιστοποίησης του «συμμετοχικού αποτυπώματος» της τοπικής κοινωνίας και απώτερος σκοπός, η επίτευξη του υψηλότερου δυνατού βαθμού ποιότητας ζωής σε αρμονία με την ισορροπία των οικοσυστημάτων που ενδιαφέρει.


«Δεν είναι διόλου παράλογη η υπόθεση άρθρωσης μιας οικολογικής κοινωνίας βάσει ενός πλέγματος μικρο-περιφερειών μικρών δήμων, καθένας από τους οποίους συγκροτείται από ένα δήμο μικρότερων δήμων, σε διαρκή ισορροπία με το οικοσύστημα», σημειώνει ο Μούρει Μπούχτσιν. Σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της Περιφέρειας πραγματοποιεί ένα ουσιαστικό άλμα ποιότητας, για να αγγίξει εκείνη του βιο-περιφερισμού και της βιο-Περιφέρειας, ως «τύπου αποκεντρωμένης οργάνωσης του χώρου της ζωής μας και καθημερινή πρακτική ενός άλλου τρόπου οικολογικής συνύπαρξης με την βιόσφαιρα, βασισμένης στις αρχές της διατήρησης, της προσαρμογής, της αυτάρκειας, της συνεργασίας, της συμμετοχής, της επικουρικότητας και της αναζήτησης συναινέσεων, της προαγωγής της συμβίωσης, της αξίας της διαφορετικότητας και της ποιοτικής και περιεκτικής εξέλιξης». Μέσω της οπτικής του βιο-περιφερισμού, η έννοια της Περιφέρειας κατακτά το κέντρο της πλουραλιστικής και οικολογικής αναθεώρησης του κόσμου πέραν της νεωτεριστικής οπτικής της Δύσης της μετα-επαναστατικής Γαλλίας, του μονιστικού ψευδο-διεθνισμού και της εθνοκεντρικής άποψης πέραν της οποίας όλα είναι μία άμορφη περιφέρεια.